| _version_ | 1866901926404161536 |
|---|---|
| author | Dimitrios Phitos Theophanis Constantinidis Georgia Kamari |
| author_facet | Dimitrios Phitos Theophanis Constantinidis Georgia Kamari |
| contents | <p><i>Colchicum lingulatum</i> Boiss. & Spruner subsp. <i>lingulatum</i></p><p>Colchicaceae</p><p><b>Σχεδόν Απειλούμενο (ΝΤ)</b></p><p><i>Colchicum lingulatum</i> Boiss. & Spruner in Boissier, Diagn. Pl. Orient. ser. 1, 5: 66 (1844) subsp. <i>lingulatum</i>.</p><p><b>Τύποç:</b> [Ελλά (StE), Στερεά Ελλά, Νομός Αττική] "Mons Parnes Atticae, Maj. 1842", [cf. Boissier l.c.: "vere 1842 fructiferum cum amiciss. <i>Spruner</i> legi"] (Ολότυπο: G-BOIS. Iσότυπο: G).</p><p><b>Περιγραφή:</b> Πολυετέ, βολβόρριζο είδο. Βολβός ελλειπτικό -ωοειδή έως ωοειδή, 2,5-4 x (1,5-)2-3,5 cm, χιτώνες δερματώδει, σκληροί, σε πολλά στρώματα, οι εξωτερικοί βαθέως ερυθροκάστανοι έως καστανόμαυροι, οι εσωτερικοί ερυθροκάστανοι έως βαθέως ερυθροκάστανοι, δημιουργούντες λαιμό μήκους (1,5-)3-10 cm, με το κατάφυλλο γενικά καλυπτόμενο. Φύλλα (3-)4-5, ενίοτε με 1-3 επιπρόσθετα μικρότερα και στενότερα, υστεράνθια, όρθια-αποκλίνοντα, διαστάσεων (2,5-)3,5-7(-9) x 0,5- 2,5(-4) cm, επιμήκη, με ελαφρά αυλάκωση έως σχεδόν επίπεδα, σχεδόν αμβλέα έως αποστρογγυλωμένα στην απόληξη, ενίοτε συνεστραμμένα, σχεδόν γλαυκοπράσινα (έω βαθέως πράσινα), κράσπεδα γενικώς κυματιστά, εμφανώς χόνδρινα, λεία. Άνθη 1-5(-9), σωλήνας περιανθίου ακέραιο, μακρύτερος του καταφύλλου κατά 0,5-3,5(-5,5) cm, λευκωπό, ορισμένες φορές με αποχρώσεις πορφυρέ -ιώδει στο ανώτερο τμήμα, απόληξη συνήθως στενώς χοανοειδή, τμήματα μήκους 2,4-4,5 cm, που διαφέρουν κατά 1-5(-7) mm σε μήκος εντός του ίδιου άνθου, πλάτους (2,5-)3-9(-11) mm, γραμμοειδή έως στενώς επιμήκη-αντιλογχοειδή, σχεδόν οξέα έως αμβλέα, αχνά πορφυρά-ιώδη έως πορφυρά-ιώδη, με ή χωρίς δικτύωση, αχνότερου χρώματος στη βάση και στην ράχη, με μία λευκή μεσαία ταινία σχεδόν σε όλο το μήκος της ανώτερης επιφάνεια. Αυλακώσεις στημόνων λείες ή με αραιά φυμάτια, εξωτερικοί στήμονες μήκους 9-18 mm, εσωτερικοί 12-20 mm, με τα δύο σπονδυλώματα να προσφύονται σε εμφανώς ξεχωριστά επίπεδα, νήματα λεία, λευκά, με λευκή ή υποκίτρινη, ελαφρώς διογκούμενη βάση, ανθήρες ορισμένες φορές καμπτόμενοι, μήκους 4-7(-9) mm, κίτρινοι, ενίοτε γλαυκοκίτρινοι, γυρεόκοκκοι κίτρινοι (σπανίω γλαυκοκίτρινοι). Στύλοι ελαφρώς έως εμφανώς μακρύτεροι των στημόνων, λευκωποί, με ελαφρώς διογκούμενη απόληξη, ευθυτενείς έως αγκιστροειδείς ή ελαφρώς καμπτόμενοι, στίγματα κατερχόμενα κατά 0,8-2 mm. Κάψες στο επίπεδο του εδάφου, διαστάσεων 1-2 x 0,5-1,5 cm, επιμήκεις έως επιμήκει -ωοειδεί (έω ελλειπτικέ), συχνά με αποχρώσεις πορφυρού-ερυθρού, με αμβλεία απόληξη έως ελαφρώς αιχμηρέ. Σπέρματα με ένα μικρό ή μεγάλο υποκίτρινο-λευκό προσάρτημα.</p><p><b>Χρωμοσωματικόç αριθμόç:</b> 2 <i>n</i> = 54 (Persson 1998), βασισμένος σε υλικό από όλες τις περιοχές εξάπλωσης του taxon.</p><p><b>Περίοδοç ανθοφορίαç:</b> Η άνθιση πραγματοποιείται πριν από την έκφυση των φύλλων από (αργά τον Αύγουστο-) τον Σεπτέμβριο μέχρι τις αρχές του Οκτωβρίου. Τα ώριμα φύλλα και οι καρποί εμφανίζονται από τον Μάρτιο μέχρι τον Ιούνιο, ενώ ξηρά φύλλα παραμένουν πάνω στο φυτό μέχρι την επόμενη ανθοφορία.</p><p><b>Γεωγραφική εξάπλωση:</b> Eνδημικό υποείδος της Ελλάδα. Σπάνιο στην ΝΑ. Στερεά Ελλάδα (Νομοί Αττικής και Βοιωτία) και στην Εύβοια.</p><p><b>Βιότοποç:</b> Ανοικτές θέσεις σε σχετικώς υποβαθμισμένα φρύγανα με θάμνους <i>Sarcopoterium</i> και διάσπαρτα <i>Genista acanthoclada</i>, <i>Cistus salviifolius</i>, <i>Erica manipuliflora</i>, <i>Arbutus unedo</i> και <i>Fumana thymifolia</i>, συνήθως σε λεπτό, πολύ πετρώδες στρώμα εδάφου. Επίσης σε ανοίγματα δασών <i>Abies cephalonica</i> ή πεύκων, σε διάφορα υποστρώματα, συχνά μη ασβεστολιθικά, όπως σε σχιστόλιθους ή σερπεντίνε, μεταξύ 200 και 1.300 m.</p><p>Στα σερπεντινικά εδάφη φύεται ένας μικρός αριθμός ειδών <i>Colchicum</i>, όπως π.χ. τα <i>C. variegatum</i> (ΝΑ. ηπειρωτική Ελλάδα, Κυκλάδε, νήσοι Α. Αιγαίου, ΝΔ. Τουρκία), <i>C. lingulatum</i> subsp. <i>rigescens</i> (Δ. Τουρκία), <i>C. chalcedonicum</i> subsp. <i>chalcedonicum</i> (Α. Ελλάδα, ΒΔ. Τουρκία) και <i>C. confusum</i> (ηπειρωτική Ελλάδα). Το <i>C. lingulatum</i> subsp. <i>lingulatum</i> επίσης παρατηρείται αρκετά συχνά σε παρόμοια εδάφη, καθώς και σε άλλα μη ασβεστολιθικά υποστρώματα, ενώ σπανιότερα φύεται σε ασβεστόλιθου.</p><p><b>Ταξινομικά σχόλια:</b> To <i>Colchicum chalcedonicum</i> Azn. έχει κατά καιρούς ενσωματωθεί στο <i>C. lingulatum</i>. Tα δύο είδη έχουν καθιερωθεί ως διαφορετικά από τον Baytop (1993), αν και οι χαρακτήρες που χρησιμοποιήθηκαν για το <i>C. lingulatum</i> προέρχονται από τουρκικούς πληθυσμού, που τώρα αναγνωρίζονται ως ένα ιδιαίτερο υποείδος (Persson 1998). Το <i>C. lingulatum</i> και το <i>C. chalcedonicum</i> είναι εμφανώς πολύ συγγενή, με κάποιες ομοιότητες στις οικολογικές προτιμήσεις και στους μορφολογικούς χαρακτήρε, όπως π.χ. στα γενικά χαρακτηριστικά του βολβού, των χιτώνων και των φύλλων, καθώς και της θέσης προσάρτησης των στημόνων κάτω από το φάρυγγα του περιανθίου. Διαφέρουν στα σχετικά μήκη (ο λαιμός των χιτώνων, το κατάφυλλο και ο σωλήνας του άνθους είναι συχνά μακρύτεροι στο <i>C. lingulatum</i> από ότι στο <i>C. chalcedonicum</i> s. str.), στο χρώμα των φύλλων (σε γενικές γραμμές περισσότερο πράσινο στο <i>C. lingulatum</i>), στον αριθμό των ανθέων (συνήθω 1-2 στο <i>C. chalcedonicum</i>, έως 5, μερικές φορές περισσότερα, στο <i>C. lingulatum</i>), στο σχήμα του άνθους (περισσότερο στενά υποκρατηροειδές στο <i>C. lingulatum</i>), στο σχήμα και το χρώμα των τεπάλων (αναλογικά στενότερα, περισσότερο γραμμοειδή, πιο ανοικτόχρωμα και λίγο ή καθόλου δικτυωτά στο <i>C. lingulatum</i>), στο χρώμα του ανθήρα (ω επί το πλείστον κιτρινωπό στο <i>C. lingulatum</i>, σπανίως κίτρινο στο <i>C. chalcedonicum</i>).</p><p>Το <i>C. lingulatum</i> συνήθως ομαδοποιείται μαζί με το <i>C. variegatum</i> στα φυλογενετικά δένδρα που προκύπτουν από την ανάλυση ενός αριθμού χλωροπλαστικών γονιδίων (Del Hoyo & al. in prep.), και το ίδιο κάνει το <i>C. chalcedonicum.</i> Η στενή σχέση των τριών ειδών φαίνεται μάλλον πιθανή, επίσης από μορφολογική και φυτογεωγραφική άποψη. Όμω, το <i>C. variegatum</i> διακρίνεται πάντοτε εύκολα από τα άλλα δύο είδη, καθ' όσον τα φύλλα του είναι περισσότερο γλαυκά και κυματιστά και τα άνθη του, με εμφανώς δικτυωτή νεύρωση, είναι τυπικά δισκοειδή, με τμήματα περιανθίου που λεπτύνονται απότομα σε αρκετό μήκος της βάσης του, ενώ έχει σχεδόν ευθυτενείς στήμονες που αποκλίνουν, όμω, προς το εσωτερικό του άνθου.</p><p><b>Κατάσταση πληθυσμών:</b> Οι πληθυσμοί γενικώς εξαπλώνονται σε μικρές εκτάσει. Τα φυτά ως ένα βαθμό πολλαπλασιάζονται αγενώ, μέσω μικρών βολβών, δημιουργώντας με αυτό τον τρόπο μικρές συστάδες στο έδαφο.</p><p><b>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç:</b> Tο είδος χαρακτηρίζεται ως Σχεδόν Απειλούμενο (NT) με βάση τα κριτήρια της IUCN (2001, κριτήριο D2), κυρίως επειδή εμφανίζεται σε μικρό αριθμό περιοχών, οι οποίες εντοπίζονται στο ΝΑ. τμήμα της Στερεάς Ελλάδας (Νομοί Αττικής και Βοιωτία) καθώς και στην Εύβοια. Επίση, στις περισσότερες από τις περιοχές εμφάνισής του υπάρχει εύκολη πρόσβαση, ορισμένες είναι κοντά σε αστικά κέντρα και ως εκ τούτου υπόκεινται, εν μέρει, στις ανθρώπινες επιδράσει, καθώς και σε μάλλον έντονη βόσκηση από οικόσιτα ζώα.</p><p><b>Μέτρα προστασίαç:</b> Δεν έχουν ληφθεί μέτρα προστασίας προς το παρόν, όμω, οι υποπληθυσμοί αυτού του είδους θα πρέπει να εποπτεύονται επιμελώ, ούτως ώστε να γίνει δυνατή η πρόληψη οποιωνδήποτε γεγονότων πού μπορεί να επηρεάσουν τους φυσικούς βιότοπου, όπως π.χ. η περαιτέρω εκμετάλλευση της Πάρνηθα, η ανακατασκευή του οδικού δικτύου της Εύβοιας κ.λπ. Η υπερβολική βόσκηση θα πρέπει να αποφευχθεί στους βιοτόπους του είδου, καθώς το ποδοπάτημα από τα ζώα μπορεί να βλάψει τα φυτά και το μάλλον ευπαθές έδαφο.</p><p><b>Karin Persson</b></p> |
| format | Recurso digital |
| id | zenodo_https___doi_org_10_5281_zenodo_18855807 |
| institution | Zenodo |
| language | |
| publishDate | 2009 |
| publisher | Zenodo |
| record_format | zenodo |
| spellingShingle | Colchicum lingulatum subsp. lingulatum Boiss. & Spruner Dimitrios Phitos Theophanis Constantinidis Georgia Kamari Biodiversity Taxonomy Plantae Tracheophyta Liliopsida Liliales Colchicaceae Colchicum Colchicum lingulatum Colchicum lingulatum boiss. & spruner subsp. lingulatum <p><i>Colchicum lingulatum</i> Boiss. & Spruner subsp. <i>lingulatum</i></p><p>Colchicaceae</p><p><b>Σχεδόν Απειλούμενο (ΝΤ)</b></p><p><i>Colchicum lingulatum</i> Boiss. & Spruner in Boissier, Diagn. Pl. Orient. ser. 1, 5: 66 (1844) subsp. <i>lingulatum</i>.</p><p><b>Τύποç:</b> [Ελλά (StE), Στερεά Ελλά, Νομός Αττική] "Mons Parnes Atticae, Maj. 1842", [cf. Boissier l.c.: "vere 1842 fructiferum cum amiciss. <i>Spruner</i> legi"] (Ολότυπο: G-BOIS. Iσότυπο: G).</p><p><b>Περιγραφή:</b> Πολυετέ, βολβόρριζο είδο. Βολβός ελλειπτικό -ωοειδή έως ωοειδή, 2,5-4 x (1,5-)2-3,5 cm, χιτώνες δερματώδει, σκληροί, σε πολλά στρώματα, οι εξωτερικοί βαθέως ερυθροκάστανοι έως καστανόμαυροι, οι εσωτερικοί ερυθροκάστανοι έως βαθέως ερυθροκάστανοι, δημιουργούντες λαιμό μήκους (1,5-)3-10 cm, με το κατάφυλλο γενικά καλυπτόμενο. Φύλλα (3-)4-5, ενίοτε με 1-3 επιπρόσθετα μικρότερα και στενότερα, υστεράνθια, όρθια-αποκλίνοντα, διαστάσεων (2,5-)3,5-7(-9) x 0,5- 2,5(-4) cm, επιμήκη, με ελαφρά αυλάκωση έως σχεδόν επίπεδα, σχεδόν αμβλέα έως αποστρογγυλωμένα στην απόληξη, ενίοτε συνεστραμμένα, σχεδόν γλαυκοπράσινα (έω βαθέως πράσινα), κράσπεδα γενικώς κυματιστά, εμφανώς χόνδρινα, λεία. Άνθη 1-5(-9), σωλήνας περιανθίου ακέραιο, μακρύτερος του καταφύλλου κατά 0,5-3,5(-5,5) cm, λευκωπό, ορισμένες φορές με αποχρώσεις πορφυρέ -ιώδει στο ανώτερο τμήμα, απόληξη συνήθως στενώς χοανοειδή, τμήματα μήκους 2,4-4,5 cm, που διαφέρουν κατά 1-5(-7) mm σε μήκος εντός του ίδιου άνθου, πλάτους (2,5-)3-9(-11) mm, γραμμοειδή έως στενώς επιμήκη-αντιλογχοειδή, σχεδόν οξέα έως αμβλέα, αχνά πορφυρά-ιώδη έως πορφυρά-ιώδη, με ή χωρίς δικτύωση, αχνότερου χρώματος στη βάση και στην ράχη, με μία λευκή μεσαία ταινία σχεδόν σε όλο το μήκος της ανώτερης επιφάνεια. Αυλακώσεις στημόνων λείες ή με αραιά φυμάτια, εξωτερικοί στήμονες μήκους 9-18 mm, εσωτερικοί 12-20 mm, με τα δύο σπονδυλώματα να προσφύονται σε εμφανώς ξεχωριστά επίπεδα, νήματα λεία, λευκά, με λευκή ή υποκίτρινη, ελαφρώς διογκούμενη βάση, ανθήρες ορισμένες φορές καμπτόμενοι, μήκους 4-7(-9) mm, κίτρινοι, ενίοτε γλαυκοκίτρινοι, γυρεόκοκκοι κίτρινοι (σπανίω γλαυκοκίτρινοι). Στύλοι ελαφρώς έως εμφανώς μακρύτεροι των στημόνων, λευκωποί, με ελαφρώς διογκούμενη απόληξη, ευθυτενείς έως αγκιστροειδείς ή ελαφρώς καμπτόμενοι, στίγματα κατερχόμενα κατά 0,8-2 mm. Κάψες στο επίπεδο του εδάφου, διαστάσεων 1-2 x 0,5-1,5 cm, επιμήκεις έως επιμήκει -ωοειδεί (έω ελλειπτικέ), συχνά με αποχρώσεις πορφυρού-ερυθρού, με αμβλεία απόληξη έως ελαφρώς αιχμηρέ. Σπέρματα με ένα μικρό ή μεγάλο υποκίτρινο-λευκό προσάρτημα.</p><p><b>Χρωμοσωματικόç αριθμόç:</b> 2 <i>n</i> = 54 (Persson 1998), βασισμένος σε υλικό από όλες τις περιοχές εξάπλωσης του taxon.</p><p><b>Περίοδοç ανθοφορίαç:</b> Η άνθιση πραγματοποιείται πριν από την έκφυση των φύλλων από (αργά τον Αύγουστο-) τον Σεπτέμβριο μέχρι τις αρχές του Οκτωβρίου. Τα ώριμα φύλλα και οι καρποί εμφανίζονται από τον Μάρτιο μέχρι τον Ιούνιο, ενώ ξηρά φύλλα παραμένουν πάνω στο φυτό μέχρι την επόμενη ανθοφορία.</p><p><b>Γεωγραφική εξάπλωση:</b> Eνδημικό υποείδος της Ελλάδα. Σπάνιο στην ΝΑ. Στερεά Ελλάδα (Νομοί Αττικής και Βοιωτία) και στην Εύβοια.</p><p><b>Βιότοποç:</b> Ανοικτές θέσεις σε σχετικώς υποβαθμισμένα φρύγανα με θάμνους <i>Sarcopoterium</i> και διάσπαρτα <i>Genista acanthoclada</i>, <i>Cistus salviifolius</i>, <i>Erica manipuliflora</i>, <i>Arbutus unedo</i> και <i>Fumana thymifolia</i>, συνήθως σε λεπτό, πολύ πετρώδες στρώμα εδάφου. Επίσης σε ανοίγματα δασών <i>Abies cephalonica</i> ή πεύκων, σε διάφορα υποστρώματα, συχνά μη ασβεστολιθικά, όπως σε σχιστόλιθους ή σερπεντίνε, μεταξύ 200 και 1.300 m.</p><p>Στα σερπεντινικά εδάφη φύεται ένας μικρός αριθμός ειδών <i>Colchicum</i>, όπως π.χ. τα <i>C. variegatum</i> (ΝΑ. ηπειρωτική Ελλάδα, Κυκλάδε, νήσοι Α. Αιγαίου, ΝΔ. Τουρκία), <i>C. lingulatum</i> subsp. <i>rigescens</i> (Δ. Τουρκία), <i>C. chalcedonicum</i> subsp. <i>chalcedonicum</i> (Α. Ελλάδα, ΒΔ. Τουρκία) και <i>C. confusum</i> (ηπειρωτική Ελλάδα). Το <i>C. lingulatum</i> subsp. <i>lingulatum</i> επίσης παρατηρείται αρκετά συχνά σε παρόμοια εδάφη, καθώς και σε άλλα μη ασβεστολιθικά υποστρώματα, ενώ σπανιότερα φύεται σε ασβεστόλιθου.</p><p><b>Ταξινομικά σχόλια:</b> To <i>Colchicum chalcedonicum</i> Azn. έχει κατά καιρούς ενσωματωθεί στο <i>C. lingulatum</i>. Tα δύο είδη έχουν καθιερωθεί ως διαφορετικά από τον Baytop (1993), αν και οι χαρακτήρες που χρησιμοποιήθηκαν για το <i>C. lingulatum</i> προέρχονται από τουρκικούς πληθυσμού, που τώρα αναγνωρίζονται ως ένα ιδιαίτερο υποείδος (Persson 1998). Το <i>C. lingulatum</i> και το <i>C. chalcedonicum</i> είναι εμφανώς πολύ συγγενή, με κάποιες ομοιότητες στις οικολογικές προτιμήσεις και στους μορφολογικούς χαρακτήρε, όπως π.χ. στα γενικά χαρακτηριστικά του βολβού, των χιτώνων και των φύλλων, καθώς και της θέσης προσάρτησης των στημόνων κάτω από το φάρυγγα του περιανθίου. Διαφέρουν στα σχετικά μήκη (ο λαιμός των χιτώνων, το κατάφυλλο και ο σωλήνας του άνθους είναι συχνά μακρύτεροι στο <i>C. lingulatum</i> από ότι στο <i>C. chalcedonicum</i> s. str.), στο χρώμα των φύλλων (σε γενικές γραμμές περισσότερο πράσινο στο <i>C. lingulatum</i>), στον αριθμό των ανθέων (συνήθω 1-2 στο <i>C. chalcedonicum</i>, έως 5, μερικές φορές περισσότερα, στο <i>C. lingulatum</i>), στο σχήμα του άνθους (περισσότερο στενά υποκρατηροειδές στο <i>C. lingulatum</i>), στο σχήμα και το χρώμα των τεπάλων (αναλογικά στενότερα, περισσότερο γραμμοειδή, πιο ανοικτόχρωμα και λίγο ή καθόλου δικτυωτά στο <i>C. lingulatum</i>), στο χρώμα του ανθήρα (ω επί το πλείστον κιτρινωπό στο <i>C. lingulatum</i>, σπανίως κίτρινο στο <i>C. chalcedonicum</i>).</p><p>Το <i>C. lingulatum</i> συνήθως ομαδοποιείται μαζί με το <i>C. variegatum</i> στα φυλογενετικά δένδρα που προκύπτουν από την ανάλυση ενός αριθμού χλωροπλαστικών γονιδίων (Del Hoyo & al. in prep.), και το ίδιο κάνει το <i>C. chalcedonicum.</i> Η στενή σχέση των τριών ειδών φαίνεται μάλλον πιθανή, επίσης από μορφολογική και φυτογεωγραφική άποψη. Όμω, το <i>C. variegatum</i> διακρίνεται πάντοτε εύκολα από τα άλλα δύο είδη, καθ' όσον τα φύλλα του είναι περισσότερο γλαυκά και κυματιστά και τα άνθη του, με εμφανώς δικτυωτή νεύρωση, είναι τυπικά δισκοειδή, με τμήματα περιανθίου που λεπτύνονται απότομα σε αρκετό μήκος της βάσης του, ενώ έχει σχεδόν ευθυτενείς στήμονες που αποκλίνουν, όμω, προς το εσωτερικό του άνθου.</p><p><b>Κατάσταση πληθυσμών:</b> Οι πληθυσμοί γενικώς εξαπλώνονται σε μικρές εκτάσει. Τα φυτά ως ένα βαθμό πολλαπλασιάζονται αγενώ, μέσω μικρών βολβών, δημιουργώντας με αυτό τον τρόπο μικρές συστάδες στο έδαφο.</p><p><b>Κίνδυνοι και χαρακτηρισμόç κατηγορίαç απειλήç:</b> Tο είδος χαρακτηρίζεται ως Σχεδόν Απειλούμενο (NT) με βάση τα κριτήρια της IUCN (2001, κριτήριο D2), κυρίως επειδή εμφανίζεται σε μικρό αριθμό περιοχών, οι οποίες εντοπίζονται στο ΝΑ. τμήμα της Στερεάς Ελλάδας (Νομοί Αττικής και Βοιωτία) καθώς και στην Εύβοια. Επίση, στις περισσότερες από τις περιοχές εμφάνισής του υπάρχει εύκολη πρόσβαση, ορισμένες είναι κοντά σε αστικά κέντρα και ως εκ τούτου υπόκεινται, εν μέρει, στις ανθρώπινες επιδράσει, καθώς και σε μάλλον έντονη βόσκηση από οικόσιτα ζώα.</p><p><b>Μέτρα προστασίαç:</b> Δεν έχουν ληφθεί μέτρα προστασίας προς το παρόν, όμω, οι υποπληθυσμοί αυτού του είδους θα πρέπει να εποπτεύονται επιμελώ, ούτως ώστε να γίνει δυνατή η πρόληψη οποιωνδήποτε γεγονότων πού μπορεί να επηρεάσουν τους φυσικούς βιότοπου, όπως π.χ. η περαιτέρω εκμετάλλευση της Πάρνηθα, η ανακατασκευή του οδικού δικτύου της Εύβοιας κ.λπ. Η υπερβολική βόσκηση θα πρέπει να αποφευχθεί στους βιοτόπους του είδου, καθώς το ποδοπάτημα από τα ζώα μπορεί να βλάψει τα φυτά και το μάλλον ευπαθές έδαφο.</p><p><b>Karin Persson</b></p> |
| title | Colchicum lingulatum subsp. lingulatum Boiss. & Spruner |
| topic | Biodiversity Taxonomy Plantae Tracheophyta Liliopsida Liliales Colchicaceae Colchicum Colchicum lingulatum Colchicum lingulatum boiss. & spruner subsp. lingulatum |
| url | https://doi.org/10.5281/zenodo.18855807 |